ἐνύπνιον


ἐνύπνιον
τὸ ἐν|ύπνιον сновидение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐνύπνιον" в других словарях:

  • ἐνύπνιον — thing seen in sleep neut nom/voc/acc sg ἐνύπνιος in sleep masc/fem acc sg ἐνύπνιος in sleep neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενύπνιον — το (AM ἐνύπνιον) όνειρο («τί δῆτά μοι κακὸν γενήσεται ἰδόντι τοιοῡτον ἐνύπνιον», Αριστοφ.) …   Dictionary of Greek

  • τοὐνύπνιον — ἐνύπνιον , ἐνύπνιον thing seen in sleep neut nom/voc/acc sg ἐνύπνιον , ἐνύπνιος in sleep masc/fem acc sg ἐνύπνιον , ἐνύπνιος in sleep neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνυπνίοις — ἐνύπνιον thing seen in sleep neut dat pl ἐνύπνιος in sleep masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνυπνίοισι — ἐνύπνιον thing seen in sleep neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐνύπνιος in sleep masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνυπνίοισιν — ἐνύπνιον thing seen in sleep neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐνύπνιος in sleep masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνυπνίου — ἐνύπνιον thing seen in sleep neut gen sg ἐνύπνιος in sleep masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνυπνίων — ἐνύπνιον thing seen in sleep neut gen pl ἐνύπνιος in sleep masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνυπνίῳ — ἐνύπνιον thing seen in sleep neut dat sg ἐνύπνιος in sleep masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνύπνια — ἐνύπνιον thing seen in sleep neut nom/voc/acc pl ἐνύπνιος in sleep neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενύπνιος — ἐνύπνιος, ον (Α) 1. αυτός που φαίνεται, συμβαίνει ή εμφανίζεται στον ύπνο («ἄγαν δ ἀληθεῑς ἐνυπνίων φαντασμάτων ὄψεις», Αισχύλ.) 2. (το ουδ. ως επίρρ.) ἐνύπνιον στον ύπνο («θεῑός μοι ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek